Ξύλινα και χάλκινα — εννέα όργανα με ιστορία αιώνων, από τον αυλό της αρχαιότητας ως τη σύγχρονη συμφωνική ορχήστρα και την τζαζ.
Ανήκει σε πανάρχαια οικογένεια οργάνων — ο αυλός απαντάται στους αρχαίους Έλληνες, Εβραίους, Αιγύπτιους και Ρωμαίους. Αναπτύχθηκε στο φλάουτο με ράμφος και αργότερα στο σημερινό πλάγιο φλάουτο.
Με τον καθαρό γλυκύτατο ήχο του είναι βασικό όργανο της συμφωνικής ορχήστρας — πολύ ευέλικτο, παίζει εύκολα γρήγορες νότες και αρπίσματα.
Το σημερινό φλάουτο είναι αποτέλεσμα βελτιώσεων από τον Th. Boehm (1794–1881) που εφευρίσκει το 1830 το σύστημα οπών και κλειδιών που χρησιμοποιείται ακόμα σήμερα.
Αν και τώρα κατασκευασμένο από μέταλλο — κάποια μοντέλα ασημένια ή και χρυσά — ανήκει στην οικογένεια των ξύλινων πνευστών.
Ο ήχος παράγεται από μονή καλαμένια γλωττίδα στο στόμιο. Η πίεση στο καλάμι αυξομειώνει το τονικό ύψος, ενώ το «γλίστρημα» (glissando) γίνεται τόσο με το φύσημα όσο και με τα δάχτυλα.
Αναγνωρίζεται ως εθνικό όργανο — στα χέρια άξιων μουσικών γίνεται το κατεξοχήν εκφραστικό όργανο στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Ήρθε στην Ελλάδα από την Τουρκία με τους Τουρκόγύφτους γύρω στα 1835. Πρωτοεμφανίστηκε στη βόρεια Ελλάδα, Ήπειρο και δυτική Μακεδονία.
Μαζί με βιολί, λαούτο και σαντούρι αποτελούν την κομπανία — το κατεξοχήν λαϊκό μουσικό σχήμα.
Πνευστό μουσικό όργανο που ανήκει στα ελληνικά ποιμενικά όργανα, μαζί με το σουραύλι, τη μαντούρα και το θιαμπόλι. Κυλινδρικό, μακρόστενο, ανοικτό και στα δύο άκρα.
Φέρει έξι ευθυγραμμισμένες οπές κατά μήκος που δίνουν τα διαστήματα της διατονικής κλίμακας.
Παραδοσιακό όργανο φτιαγμένο από καλάμι, ξύλο ή κόκαλο — και πιο σύγχρονα από πλαστικό. Διατίθεται σε διάφορα μεγέθη, από 15 ως 80 εκατοστά.
«Εφευρέτες» του οι Γάλλοι μουσικοί της βασιλικής αυλής Ζαν Οτετέρ και Μισέλ Φιλντόρ στα μέσα του 17ου αιώνα. Το ελληνικό του όνομα είναι «οξύαυλος».
Έχει διπλό καλάμι — σε αντίθεση με το κλαρινέτο που έχει μονό. Ο ήχος του είναι διαπεραστικός και κάπως ένρινος, ξεχωρίζει μέσα στην ορχήστρα.
Συγγενείς: όμποε της αγάπης (oboe d'amore) με βαθύτερο ήχο και σφαιρική απόληξη, και το αγγλικό κόρνο (cor anglais) με ακόμα βαθύτερο, μελαγχολικό ήχο.
Το μεγαλύτερο μέλος της οικογένειας των ξύλινων πνευστών, με διπλό καλάμι στο επιστόμιο. Τελειοποιήθηκε από τον Βέλγο οργανοποιό A. Sax — ναι, τον ίδιο που έδωσε το όνομά του στο σαξόφωνο.
Χάρη στη χαρακτηριστική «φωνή» του — μαλακή, λίγο βραχνή, ίσως αστεία — οι συνθέτες το χρησιμοποιούν συχνά για κωμικές σκηνές με νότες staccato. Ένα από τα κύρια όργανα της ορχήστρας.
«Πατέρας» του ο Adolf Sax (1814–1894) που το 1846 του έδωσε το όνομά του. Χάλκινο κατασκευαστικά αλλά ανήκει στα ξύλινα πνευστά λόγω του μονού καλαμιού.
Διαθέτει κωνικό σωλήνα, επιστόμιο παρόμοιο με του κλαρινέτου, και 24 οπές ελεγχόμενες με κλειδιά.
Έγινε δημοφιλέστατο στις ΗΠΑ αρχές 20ου αιώνα — εξελίχθηκε στο βασικότερο όργανο της τζαζ. Υπάρχει επίσης σε συμφωνικές ορχήστρες.
Τύποι: σοπράνο (ευθύγραμμο), άλτο, τενόρο, βαρύτονο — όλα εκτός του σοπράνο έχουν καμπύλο σωλήνα.
Αρχηγός της οικογένειας των χάλκινων — η ιστορία της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Τη συναντάμε ως σάλπιγγα στην αρχαία Ελλάδα και ως τούμπα στους Ρωμαίους.
Γύρω στα 1830 καθιερώνεται η τρομπέτα με τρία πιστόνια που αποδίδει ολόκληρη τη χρωματική κλίμακα.
Από τα μέσα του 17ου αιώνα, με την προσθήκη κινητής σπείρας, ελέγχεται πλέον η τονικότητά της. Δημοφιλής τόσο στη συμφωνική ορχήστρα όσο και στην τζαζ.
Ένα από τα πιο παλιά χάλκινα όργανα — στην αρχαιότητα κατασκευασμένο από κέρατα ζώων (corno = κέρατο). Καταγωγή στη Σκανδιναβία της χάλκινης εποχής.
Μέχρι το 1700 τα κόρνα μπορούσαν να παίξουν μόνο τις αρμονικές νότες — γι' αυτό άργησαν να ενταχθούν στην ορχήστρα. Στα τέλη του 17ου αιώνα οι τελειοποιήσεις ήταν τόσες που οι πρώτοι προκλασικοί συνθέτες γράφουν έργα για κόρνο.
Σημαντικό ρεκόρ: στα τελευταία 400 χρόνια δεν έχει υποστεί καμία ουσιώδη αλλαγή. Πρωτοεμφανίστηκε τον 15ο αιώνα ως «σάκμπουτ» — δημοφιλές στη Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Βρετανία.
Αντί για κλειδιά, το μήκος του σωλήνα αυξομειώνεται με κινητό τμήμα. Οι θέσεις είναι επτά — ο μουσικός πρέπει να βρει τη σωστή θέση «με το αυτί».
Ο ήχος είναι βαθύς αλλά λαμπερός — μπορεί να αλλάξει με σουρντίνα. Σε χρήση δύο τύποι: τενόρο (Si♭) και μπάσο (Sol) τρομπόνι.
Το πιο βαθύ σε ήχο από τα χάλκινα πνευστά — και το μεγαλύτερο σε μέγεθος και βάρος. Παίρνει την πρώτη της μορφή το 1835 από τους Βερολινέζους μουσικούς Βίλελμ Βίλπρεχτ και Γιόχαν Γκότφριντ Μόριτς.
Σήμερα υπάρχουν δύο μεγέθη με 4 ή 5 κλειδιά που αποδίδουν πλήρη τη χρωματική κλίμακα: μπάσο τούμπα σε Mi♭ και σε Si♭. Χρησιμοποιείται τόσο στις συμφωνικές ορχήστρες όσο και στις μπάντες.
Ξύλινο ή χάλκινο — επικοινώνησε μαζί μας για να κλείσεις δωρεάν δοκιμαστικό μάθημα και να βρεις το όργανο που σε εκφράζει.
Κλείσε δοκιμαστικό μάθημα →